Δόκτωρ Γκρέγκορι Χάουζ: Αντικοινωνικός, Νάρκισσος ή Παρεξηγημένος Αυτιστικός; — Μέρος 1ο

 «Δεν είσαι αυτιστικός. Δεν έχεις καν Άσπεγκερ. Εύχεσαι να είχες. Θα σε εξαιρούσε απ' τους κανόνες, θα σου έδινε ελευθερία και θα σε απάλλασε απ'τις ευθύνες σου. Θα μπορούσες να κάνεις σχέσεις με 17χρονες αλλά το πιο σημαντικό, θα σήμαινε ότι δεν είσαι απλά ένας κόπανος». Μ' αυτό το μικρό λογύδριο, ο επιστήθιος φίλος του επώνυμου πρωταγωνιστή ,τον επικρίνει και ταυτόχρονα επιχειρεί να θάψει ολοκληρωτικά την ιδέα πως ανήκει στο φάσμα. Φυσικά ο Τζέιμς Ουίλσον δεν είναι ψυχίατρος οπότε δεν μπορεί να το κρίνει αυτό, αλλά η γνώμη του έχει χαρακτεί ως ακλόνητη αλήθεια στα μυαλά πολλών τηλεθεατών, καθώς αποτελεί την άποψη των ίδιων των σεναριογράφων, οι οποίοι χρησιμοποιούν το φανταστικό χαρακτήρα για να απαντήσουν εμμέσως σε σχετικές θεωρίες από οπαδούς της σειράς φαινόμενο.

 Το 2004 η ιατρική σειρά HOUSE (γνωστή ως Ιατρικές Υποθέσεις στην Ελλάδα) έπεσε σαν βόμβα, ταράζοντας τα νερά στη βιομηχανία του τηλεοπτικού θεάματος. Το πνευματικό σπλάχνο του σεναριογράφου Ντέιβιντ Σορ  και παραγωγού Πολ Ατανάσιο επικεντρωνόταν σ' ένα μισάνθρωπο, εθισμένο στα παυσίπονα αλλά και ιδιοφυή γιατρό που μπορούσε να διαγνώσει και να θεραπεύσει ασθενείς που δε μπορούσε κανένας άλλος. Η αρχική ιδέα που ήθελε ένα κλασσικό, ιατρικό δράμα να μετατραπεί σε μια αλληλουχία αυτοτελών μυστηρίων, αστυνομικής χροιάς προήλθε απ' τον Ατανάσιο, που εμπνεύστηκε από μια στήλη περιοδικού , στην οποία περιγράφονταν περιπτώσεις ανθρώπων με άγνωστες παθήσεις. Η στήλη γραφόταν απ' την γιατρό Λίσα Σάντερς, εργαζόμενη στο δεύτερο μεγαλύτερο νοσοκομείο των ΗΠΑ στο Γέιλ και μετέπειτα σύμβουλο κομβικής σημασίας για την επιστημονική ακρίβεια του δόκτορ Χάουζ. Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή διαμορφώθηκε απ' τον Σορ ως ένας μοντέρνος Σέρλοκ Χολμς που επέλεξε το μονοπάτι του θεραπευτή για να “συλλαμβάνει” βακτήρια, παράσιτα και ιούς αντί για εγκληματίες. Η σειρά καθήλωσε το κοινό για οκτώ συνεχόμενους κύκλους την περίοδο 2004-2012, αποκτώντας φανατικούς θαυμαστές που εξακολουθούν ακόμη και σήμερα, να αναλύουν επίμονα τους χαρακτήρες, τα ηθικά διλήμματα και την αληθοφάνεια της.

 Ο Γκρέγκορι Χάουζ παραμένει ένας απ' τους πιο διχαστικούς χαρακτήρες της σύγχρονης μυθοπλασίας. Αγενής, προσβλητικός και αλαζόνας, πιστεύει ότι περιτριγυρίζεται από ηλίθιους και θεωρεί τους νόμους και τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας ως ενοχλητικά εμπόδια στο έργο του. «Όλοι λένε ψέματα». Ιδού το βασικό σλόγκαν που επαναλαμβάνει διαρκώς ο Χάουζ και συνοψίζει την κοσμοθεωρία του. Σύμφωνα με την πεποίθηση του, όλοι κρύβουν σημαντικά στοιχεία για την υγεία τους, λόγω ντροπής ή ακόμη και τέλεσης αδικημάτων, οπότε δε διστάζει ποτέ να εισβάλλει αμείλικτα στην προσωπική τους ζωή. Κάθε φορά που αναλαμβάνει μια νέα υπόθεση, το πρώτο του βήμα, είναι να στείλει την ομάδα του να παραβιάσει το σπίτι του ασθενή ώστε να βρεθεί η αιτία της πάθησης. Παρ' ότι ασχολείται εμμονικά με κάθε δύσκολο μυστήριο, σπανίως μιλά απευθείας στους ασθενείς γιατί πιστεύει πως έτσι κρατάει μια πιο αντικειμενική ματιά. Καμία μέθοδος δεν είναι απορριπτέα για τον μισάνθρωπο γιατρό, που είναι πρόθυμος να υποβάλει τον εκάστοτε άρρωστο(και συχνά ετοιμοθάνατο) σε επικίνδυνες και πειραματικές διαδικασίες, προκαλώντας σωματικό και ψυχικό πόνο, ώστε να διαγνώσει και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Κι αν χρειαστεί να μιλήσει στον ασθενή τότε θα είναι για να “αποσπάσει” την αλήθεια με “όπλα” του, την εξαπάτηση, την πρόκληση οργής και τη χειραγώγηση.

 Σε όλα τα παραπάνω, προστίθεται η εξάρτηση του απ' τα παυσίπονα λόγω μιας σοβαρής ζημιάς στο δεξί του πόδι. Ο χρόνιος πόνος τον έχει οδηγήσει σε ένα παράλογο(και συχνά παράνομο)  κυνήγι υπερμέγεθους ποσότητας, vicodin. Ο Χάουζ αντιμετωπίζει τα φάρμακα του σαν μαύρα λεφτά, και τα φυλάει σε κάθε απίθανο σημείο που μπορεί να σκεφτεί κανείς, όπως το εσωτερικό ενός βιβλίου ή ο πάτος ενός παπουτσιού. Η παράνοια του τρέφει μονίμως το φόβο πως μπορεί να ξεμείνει σε μια ώρα ανάγκης, καθώς καταπίνει τα χάπια με αξιοσημείωτη ταχύτητα. Το αποτέλεσμα είναι να βρίσκεται σε καθημερινή βάση μαστουρωμένος.

 Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Χάουζ  δε θα επιβίωνε στον πραγματικό κόσμο, έχοντας χάσει την άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος (ή καταλήξει στη φυλακή) χρόνια πριν τα γεγονότα της σειράς. Σίγουρα υπάρχει αλήθεια σ' αυτή τη λογική και οι σεναριογράφοι την αναγνωρίζουν, προβάλλοντας τα προβλήματα που δημιουργεί μονίμως ο πρωταγωνιστής. Ο μόνος λόγος που έχει σταθερή δουλειά είναι η Λίσα Κάντι, πρώην συμφοιτήτρια του Χάουζ  και μετέπειτα διευθύντρια του φανταστικού νοσοκομείου, όπου διαδραματίζεται η πλοκή. Η Κάντι είναι η μόνη που μπορεί να χειρίζεται και να καθιστά παραγωγικό τον Χάουζ. Πριν τον προσλάβει, η μοίρα του προέβλεπε απανωτές απολύσεις και βροχές από μηνύσεις, όπως παραδέχεται ο πιστός του φίλος, Ουίλσον. 

 Φυσικά η διαχείριση ενός τέτοιου ατόμου είναι κάθε άλλο παρά εύκολη. Όσο “πορωμένος” είναι ο Χάουζ με μια ενδιαφέρουσα υπόθεση, άλλο τόσο τεμπέλης είναι όταν πρόκειται για κοινότυπα περιστατικά. Η Κάντι έχει δημιουργήσει ένα ειδικό τμήμα διαγνωστικής ιατρικής που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο νοσοκομείο για να κρατήσει το ενδιαφέρον της ευφυίας του. Όταν πάλι πρέπει να ανταπεξέλθει σε άλλες βαρετές υποχρεώσεις όπως η εργασία στην κλινική, απαιτείται απ' την Κάντι να βρίσκει ευφάνταστους τρόπους για να τον πείσει να ασχοληθεί. Επιπλέον η παρορμητική φύση του αδιαφορεί παντελώς για τους κανόνες και την αναγκάζουν να επιτηρεί σθεναρά τον Χάουζ ώστε να προλαμβάνει πιθανές, νομικές συνέπειες. Μάλιστα έχει παραδεχτεί στα μούτρα του, ότι αφιερώνει κάθε χρόνο 50 χιλιάδες δολάρια απ' τον νοσοκομειακό προϋπολογισμό, αποκλειστικά για προβλεπόμενες μηνύσεις εναντίον του.

 Κι όλα όσα ανέφερα μόλις που ξύνουν την επιφάνεια της προσωπικότητάς του. Αν ρωτήσεις τυχαίους θεατές της σειράς, ο καθένας έχει τη δική του γνώμη για ένα τόσο πολυεπίπεδο, φανταστικό χαρακτήρα. Πολλοί τον θεωρούν ένα κοινωνιοπαθή υψηλής λειτουργικότητας, άλλοι έναν μίζερο, αυτοκαταστροφικό άνθρωπο που υποφέρει από μετατραυματικό στρες και χρόνια κατάθλιψη. Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή υπάρχει και μια ιδιαίτερα διαδεδομένη θεωρία πως έχει Άσπεργκερ[1]. Πολλά άτομα στο φάσμα ταυτίζονται μαζί του και θεωρούν ότι δε λαμβάνει την κατάλληλη βοήθεια. Όμως υπάρχουν άλλα τόσα αυτιστικά άτομα που αποκλείουν εντελώς αυτήν την πιθανότητα, επειδή ο Χάουζ “διαβάζει” τους άλλους σαν ανοιχτά βιβλία και επιλέγει συνειδητά την αντικοινωνική συμπεριφορά(οπότε δεν υπάρχει η κλασσική δυσκολία κατανόησης κοινωνικών συμβάσεων). Γι' αυτούς όπως και για διάφορους νευροτυπικούς, ο Χάουζ αποτελεί κλασσικό παράδειγμα ναρκισσιστικής  και αντικοινωνικής διαταραχής.

 Οι δημιουργοί πάντως φαίνεται να συμφωνούν με την παραπάνω άποψη. Ο Ντέιβιντ  Σορ έχει χαρακτηρίσει τη δημιουργία του ως ένα κυνικό και απογοητευμένο μισάνθρωπο με σοβαρές αδυναμίες, αλλά ποτέ αυτιστικό. Οι σεναριογράφοι πάλι απορρίπτουν τη θεωρία του φάσματος όχι μόνο μέσω του Ουίλσον αλλά και  του ψυχιάτρου Ντάριλ Νόλαν , ενός χαρακτήρα που πρωτοεμφανίστηκε στον 6ο κύκλο και ανέλαβε τη θεραπεία του Χάουζ ύστερα απ' το νευρικό κλονισμό που υπέστη ο δεύτερος. Σύμφωνα με τον δόκτορ Νόλαν που συναγωνιζόταν σε ευφυία και ισχυρογνωμοσύνη τον δημοφιλή αντιήρωα, ο τελευταίος, εξαιρώντας τον εθισμό στα παυσίπονα, δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, εκτός από το ναρκισσισμό και την αντικοινωνικότητα.

 Οπότε το θέμα είναι λήξαν, σωστά; Όχι βέβαια, δε σφάξανε! Το μόνο που αποδεικνύει η γνώμη των δημιουργών είναι πόσο επιφανειακή  κατανόηση του φάσματος έχουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παιδική λογική που εκφράζουν μέσω του Ουίλσον, η πεποίθηση πως ο αυτισμός σε καθιστά ολοκληρωτικά ανεύθυνο για τη συμπεριφορά σου.

 Όπως είχα επισημάνει και στο προηγούμενο άρθρο μου, τα άτομα στο φάσμα εκφράζουν τόσο πολυποίκιλες συμπεριφορές όσο και οι νευροτυπικοί. Το γεγονός ότι ο Χάουζ είναι κόπανος δεν τον εμποδίζει να είναι αυτιστικός.Το ίδιο ισχύει για τη δεξιοτεχνία που χειρίζεται τον περίγυρό του. Παρ' ότι οι περισσότεροι αυτιστικοί άνθρωποι πέφτουν θύματα χειραγώγησης , μπορεί κάλλιστα να συμβεί και το αντίθετο αν το άτομο διαθέτει εξαιρετικά υψηλή νοημοσύνη και αφιερώσει χρόνο στη μελέτη του περιβάλλοντός του. Ο Χάουζ, ως γνήσιος πνευματικός διάδοχος του Σέρλοκ Χολμς, το πετυχαίνει αυτό, ερμηνεύοντας φαινομενικά, ασήμαντες λεπτομέρειες που σχετίζονται με την εξωτερική εμφάνιση, τη γλώσσα του σώματος και τη γενικότερη συμπεριφορά ενός ατόμου.  Η αφομοίωση των κοινωνικών συμβάσεων δεν είναι αδύνατη για ανθρώπους στο λειτουργικό φάσμα, ακόμη κι αν δεν είναι ιδιοφυίες. Απλά γίνεται διαφορετικά απ' ότι συνήθως, μέσω της ψυχρής, λογικής ανάλυσης αντί μιας έμφυτης διαίσθησης. Όσοι έχουν Άσπεργκερ μαθαίνουν να υποκρίνονται(το λεγόμενο “masking”) για να επιβιώσουν κοινωνικά. Μόνο έτσι μπορούν να αποκτήσουν φίλους ή εραστές, να ικανοποιήσουν τις βασικές τους ανάγκες, να αποφύγουν εξαιρετικά επώδυνες καταστάσεις, να προστατευτούν από κακόβουλες προσωπικότητες και σε σπάνιες περιπτώσεις ακόμη και να πετύχουν μια σωτήρια λύση σ' ένα δύσκολο πρόβλημα(κάτι που αποτελεί ειδικότητα του Χάουζ).

 Ακόμη κι αν ίσχυε η διάγνωση περί ναρκισσιστικής και αντικοινωνικής διαταραχής, ούτε αυτή θα απέκλειε το φάσμα. Ο μακελάρης της Νορβηγίας, Άντερς Μπρέιβικ έχει ταυτόχρονα και τις τρεις διαγνώσεις( και δεν είναι ο μόνος κατά συρροή δολοφόνος στο φάσμα). Επίσης υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να εκδηλώνει κάποιος ναρκισσιστική και αντικοινωνική συμπεριφορά και άλλο να υποφέρει απ' τις ανάλογες διαταραχές. O καθένας μπορεί να επιδείξει εγωισμό, αγένεια, επιθετικότητα ή αναλγησία στις διαπροσωπικές του σχέσεις λόγω ψυχολογικών προβλημάτων, ενώ σίγουρα όλοι θεωρούν συγκεκριμένους κανόνες και νόμους βλακώδεις (αν όχι εγκληματικά άδικους) και προτίθενται να τους “λυγίσουν”, αναλόγως την περίσταση (άλλη μια ειδικότητα του Χάουζ).

 Ύστερα απ' όλη αυτή την εξαντλητική εισαγωγή, ήρθε η ώρα να εμβαθύνουμε πραγματικά στα χαρακτηριστικά που καθιστούν τον Γκρέγκορι Χάουζ μια ιδιαίτερα γοητευτική αλλά και ταυτόχρονα τραγική φιγούρα  που επιπλέει στο φάσμα.

                                                             ΤΑ ΠΡΟΦΑΝΉ “ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ” ΤΟΥ ΑΥΤΙΣΜΟΥ

                                                                      ΕΣΤΙΑΣΜΕΝΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

 «Κάποιοι γιατροί έχουν το σύνδρομο του μεσσία. Έχουν την ανάγκη να σώσουν τον κόσμο. Εσύ έχεις το σύνδρομο του Ρούμπικ. Έχεις την ανάγκη να λύσεις το γρίφο ». Αυτό το απόσπασμα από τις αμέτρητες, ερασιτεχνικές ψυχαναλύσεις του Ουίλσον για τον κολλητό του, ακούγεται σαν ψευδοεπιστημονική αερολογία αλλά δεν απέχει πολύ απ' την πραγματικότητα . Όπως αναφέρθηκε ήδη o Χάουζ έχει εμμονή με την ανεύρεση απαντήσεων σε δυσεπίλυτα μυστήρια και αποφεύγει μανιωδώς οτιδήποτε, θεωρεί αγγαρεία.

 Στη σειρά είχε καθιερωθεί η εξής διαδικασία: H Κάντι έχει προετοιμάσει μια σειρά αδιάγνωστων υποθέσεων ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον του Χάουζ. Ο δεύτερος συχνά τις λύνει επιτόπου χωρίς να εξετάσει καν τον ασθενή, μέχρι που “κολλάει” πάνω σε ένα πραγματικά σπάνιο περιστατικό και πείθεται να το αναλάβει. Σε αυτό το στάδιο αφιερώνει σχεδόν όλη του την ενέργεια για να βρει τη λύση, είτε εντός είτε εκτός εργασίας. Όταν σκέφτεται μια ιδέα, δε διστάζει να τηλεφωνήσει οποιαδήποτε ώρα στους υπαλλήλους του ώστε να τους εξηγήσει τη θεωρία του. Ούτε η Κάντι, ως αφεντικό του,  δεν είναι ασφαλής απ' αυτή την τακτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπόθεση ενός παραπληγικού άνδρα, όπου ο Χάουζ βρήκε τη λύση για την αναπηρία του όταν σταμάτησε για να δροσιστεί σ' ένα συντριβάνι. Στη μέση της νύχτας ξύπνησε την Κάντι, χτυπώντας το παράθυρο της, και της εξήγησε με ενθουσιασμό πως μπορούσε να τον θεραπεύσει. Οι επιφοιτήσεις του πρωταγωνιστή που προέρχονταν συνήθως από άσχετα πράγματα , αποτελούσαν βασικό στοιχείο της σειράς. Όταν αυτό συνέβαινε, αρχικά ο Χάουζ σταματούσε να μιλάει στη μέση της πρότασης ενώ το πρόσωπο του άλλαζε ξαφνικά έκφραση, ενώ στη συνέχεια παρατούσε ό,τι έκανε(όπως να αφήσει σύξυλο το συνομιλητή του) και έφευγε βιαστικός για να επαληθεύσει τη διάγνωση του.

 Το πάθος για τη δουλειά του ήταν τόσο ισχυρό που ξεπερνούσε ακόμη και το έμφυτο ένστικτο επιβίωσης , καθώς σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις, έβλαψε τον εαυτό του, στην προσπάθεια να διαγνώσει έναν ασθενή. Στην πρώτη περίπτωση αποχώρησε από δίκη όπου κατηγορούταν για διακίνηση ναρκωτικών για να επιστρέψει στο νοσοκομείο, στη δεύτερη προκάλεσε αναταραχή στη φυλακή που κρατιόταν για να φτάσει κρυφά στο αναρρωτήριο και να διαγνώσει ένα συγκρατούμενο, στην τρίτη εγκατέλειψε στη μέση μια πειθαρχική ακρόαση για να ενημερώσει τη γυναίκα του ασθενή, από τι πραγματικά έπασχε ο άντρας της. Σε μια υπόθεση του πέμπτου κύκλου, η εμμονή του ξεπέρασε κάθε όριο όταν ένας μανιακός εισέβαλλε οπλισμένος στο νοσοκομείο και πήρε ομήρους, τον ίδιο και διάφορους ασθενείς , με απώτερο σκοπό τη διάγνωση της πάθησής του. Η αστυνομία κατάφερε να διαπραγματευτεί την απελευθέρωση των περισσότερων ομήρων αλλά αναγκάστηκε επίσης να υποκύψει στις απαιτήσεις του για περαιτέρω εξετάσεις. Μία απ' αυτές απαιτούσε τη χρήση μαγνητικού τομογράφου οπότε ο Χάουζ τον έπεισε, να του δώσει το όπλο του. Αντί όμως να λήξει εκεί το περιστατικό, ο πρωταγωνιστής προχώρησε κανονικά με την εξέταση και μετά επέστρεψε στον δράστη το όπλο για να συνεχίσει την έρευνα του. Τόσο πολύ ήθελε να ικανοποιήσει την περιέργειά του.

house2

 Ίσως έχω δώσει την εντύπωση πως ο Χάουζ δεν έχει ζωή πέρα απ' το επάγγελμα του, αλλά αυτό δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Κατέχει μια πολυποίκιλη γκάμα από χόμπι, η οποία συμπεριλαμβάνει βιντεοπαιχνίδια, ταινίες , σειρές( ειδικά “χαζοσαπουνόπερες”), το παίξιμο του πιάνου και της κιθάρας, η φανατική παρακολούθηση διαγωνισμών monster truck ή (σε μικρότερο βαθμό) αγώνων πυγμαχίας, η ενασχόληση με το τζόγο όπως το πόκερ και ο ιππόδρομος. Πριν πάθει το θρόμβο στο πόδι, επίσης ασχολείτο σθεναρά με διάφορα αθλήματα όπως το χόκεϊ στο χόρτο, η ποδηλασία, το γκολφ και οι αγώνες paintball. Στον έβδομο κύκλο αποκαλύπτεται ότι συμμετέχει κάθε χρόνο σε διαγωνισμό κανονιού πατάτας(ναι, είναι πραγματικό σπορ) και μάλιστα είναι αιώνιος αντίπαλος του μακροχρόνιου πρωταθλητή. Ο Χάουζ εντρυφεί σε κάθε αντικείμενο που ασχολείται, προσπαθώντας πάντα, να είναι ο καλύτερος.

 Φυσικά η εμμονή του κάνει αισθητή την παρουσία της και σ' αυτό τον τομέα. Σ' ένα επεισόδιο “απήγαγε” τον πρωταγωνιστή της αγαπημένης του σαπουνόπερας για να τον υποβάλλει σε εξετάσεις, βασιζόμενος στην ακράδαντη πεποίθηση πως υπέφερε από μια αδιάγνωστη πάθηση. Έφτασε σ' αυτό το συμπέρασμα, παρατηρώντας τη γλώσσα του σώματός του και διακρίνοντας ήπια συμπτώματα εγκεφαλικού. Σ' άλλο παράδειγμα, όταν έχασε το στοίχημα ενάντια στον Ουίλσον για την έκβαση ενός αγώνα πυγμαχίας, επέλεξε να ξοδέψει ολόκληρο το επεισόδιο , προσπαθώντας να αποδείξει ότι ο πυγμάχος της επιλογής του, είτε πούλησε τον αγώνα είτε έπασχε από σοβαρό πρόβλημα υγείας. Τελικά όντως ίσχυε το δεύτερο αλλά πριν το αποδείξει, χρειάστηκε πρώτα να έρθει σε επαφή με τον πυγμάχο και να τον εξοργίσει με την επιμονή του. Μια άλλη υπόθεση τον έφερε αντιμέτωπο με μια αγαπημένη του, διάσημη συγγραφέα που έπασχε από αυτοκτονικές τάσεις. Καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου προσπαθούσε μάταια να της αποσπάσει πληροφορίες για το νέο της βιβλίο . Τελικά κατάφερε να το διαβάσει μ' ένα ανορθόδοξο τρόπο αλλά βρήκε το τέλος τόσο απογοητευτικό που την παρακάλεσε, επίσης χωρίς επιτυχία, να συνεχίσει την ιστορία. Η “πληγή” του ως φανατικού αναγνώστη ήταν ολοφάνερα δυσβάσταχτη.

                                                               ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΝΤΟΧΗ ΣΕ “ΒΑΡΕΤΕΣ” ΑΣΧΟΛΙΕΣ

 «Πως μπορούμε να το κάνουμε πιο ενδιαφέρον για εσέναΜια εύλογη απορία της Λίσα Κάντι.

  Ο Χάουζ απεχθάνεται οτιδήποτε θεωρεί αγγαρεία. Ο ιδιοφυής γιατρός μετατρέπεται σε απροσάρμοστο πιτσιρίκι κάθε φορά που πρέπει να κάνει κάτι που δε θέλει. Όπως όλοι οι γιατροί του νοσοκομείου, έχει υποχρέωση να εξετάζει ασθενείς στη δωρεάν κλινική αλλά αυτός προσπαθεί να την αποφύγει με κάθε τρόπο. Ο Χάουζ πιστεύει πως η συντριπτική πλειονότητα, όσων επισκέπτονται την κλινική, είναι ανόητοι με ασήμαντα προβλήματα υγείας που επιβαρύνουν αδίκως το νοσοκομείο.

 Οι μέθοδοι του συμπεριλαμβάνουν να παριστάνει τον άρρωστο, να κρύβεται σε διάφορα σημεία του νοσοκομείου απ' την Κάντι και να στέλνει τους βοηθούς του ώστε να συμπληρώσουν τις ώρες του . Αν αποτύχουν όλα τα παραπάνω τότε χρησιμοποιεί άλλα μέσα για να διώξει τους ασθενείς. Στο εξεταστήριο συνηθίζει να τους “φρικάρει” , ντροπιάζοντας τους μέσω της εξαγωγής ακριβών συμπερασμάτων για την προσωπική τους ζωή. Όταν πάλι θέλει να εκτελέσει μαζικές “αποτροπές” βγαίνει στο χώρο αναμονής και εφαρμόζει καινοτόμες “στρατηγικές” ,απευθυνόμενος σε όλους όσους περιμένουν. Τη μια στιγμή βγάζει σωστές διαγνώσεις με ρυθμό πολυβόλου για όποιον βρίσκει μπροστά του, απλά παρατηρώντας τον. Την άλλη τους αυτοσυστήνεται ως ο απόλυτος κόπανος ώστε να τους αναγκάσει, να επιλέξουν οποιοδήποτε άλλο γιατρό. Σε μια περίπτωση, έφτασε στο σημείο να τους προσφέρει λεφτά ώστε να αποχωρήσουν, υποστηρίζοντας ότι αν δέχονταν τότε δεν είχαν σοβαρό πρόβλημα.

 Η Κάντι συνήθως τον απειλούσε με ολική αφαίρεση εργασιακών προνομίων, αν δε συμμορφωνόταν. Μια φορά προσπάθησε να μετατρέψει το καθήκον της κλινικής σε παιχνίδι, βάζοντας το εξής στοίχημα: Ο Χάουζ θα έπαιρνε λεφτά για κάθε ασθενή που εξέταζε επιτυχώς χωρίς να τον αγγίξει και αντίστοιχα θα την πλήρωνε για κάθε αποτυχία του. Το πείραμα ήταν αποτελεσματικό έστω και βραχυπρόθεσμα, αποδεικνύοντας πόσο παιδική είναι η νοοτροπία του Χάουζ. Η συγκεκριμένη “αλλεργία” του πρωταγωνιστή αποτελούσε το ισχυρότερο εργαλείο της Κάντι για να τον ελέγξει. Άλλοτε τον απειλούσε με επιπλέον ώρες ως τιμωρία κι άλλοτε του πρόσφερε απαλλαγές ως ανταμοιβή, εφόσον έκανε ότι του ζητούσε(οπως να δώσει μια διάλεξη σε φοιτητές ιατρικής).

 Η αποστροφή του Χάουζ επεκτείνεται προβλέψιμα και στη γραφειοκρατία. Πλήττει τόσο θανάσιμα που δεν κρατάει ούτε αρχεία για τις υποθέσεις του. Όλη η χαρτούρα ολοκληρώνεται απ' την ομάδα του, κυρίως την Κάμερον. Η παραίτηση της τελευταίας στον τρίτο κύκλο προκάλεσε τη δημιουργία ενός ανοργάνωτου βουνού από έγγραφα. Η τεμπελιά του Χάουζ δημιουργούσε ένα συνεχή, οικονομικό εφιάλτη για την Κάντι, καθώς έβρισκε σχεδόν αδύνατη, ακόμη και την αναγκαία χρέωση των ασφαλιστικών εταιρειών ώστε να καλυφθούν τα έξοδα νοσηλείας κάθε ασθενή.

 Η αδιαφορία του μισάνθρωπου γιατρού, κατέληξε να πληγώσει και την ομάδα του. Σ' ένα επεισόδιο αποκαλύπτεται πως η Κάμερον του είχε ζητήσει να κρίνει ένα άρθρο της, πριν το δημοσιεύσει. Εκείνος το “ξέχασε” αδιάβαστο για τέσσερις μήνες στο συρτάρι του γραφείου του. Όχι επειδή δεν εκτιμούσε τη γνώμη της(αν ίσχυε αυτό, θα την είχε απολύσει προ πολλού), αλλά επειδή δε δίνει καμία αξία σε επιστημονικά άρθρα. Παρ' όλη την ευφυία του, δεν είχε καμιά επιθυμία, ούτε να γράφει σε ιατρικά περιοδικά, ούτε να δίνει διαλέξεις σε πανεπιστήμια ή συνέδρια.

Το πραγματικό πρόβλημα όμως δεν ξεκίνησε μέχρι που ο Φόρμαν δημοσίευσε το δικό του άρθρο για την ίδια υπόθεση, που περιέγραψε η Κάμερον. Εξοργισμένη, εκείνη τον κατηγόρησε για λογοκλοπή και ζήτησε εξηγήσεις απ' τον Χάουζ. Όμως όταν τον ρώτησε γιατί διάβασε το άρθρο του Φόρμαν ενώ ξέχασε το δικό της, η απάντηση του ήταν αφοπλιστική. Δε διάβασε ούτε αυτό, απλώς έβαλε την υπογραφή του για να τον αφήσει ήσυχο. Η τυχοδιωκτική συμπεριφορά του Φόρμαν, αποκάλυψε μια βαθύτερη κατανόηση του αφεντικού του, απ' αυτήν της καλοπροαίρετης αλλά κάπως αφελούς Κάμερον.

                                                                                       ΑΠΕΧΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

«Παίζεις μια κιθάρα που έχεις απ' την τρίτη γυμνασίου, ζεις στο ίδιο διαμέρισμα για 15 χρόνια και οδηγείς αμάξι δεκαετίας. Δεν αντέχεις τις αλλαγές ».  Στη συγκεκριμένη περίπτωση παραμένει αξιοσημείωτη η αντίδραση του Χάουζ, να διορθώσει το φίλο του, λέγοντας πως απέκτησε την κιθάρα στη δευτέρα γυμνασίου. o Χάουζ είναι τόσο αρνητικός στις αλλαγές που συχνά δε μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μια ισχυρή αίσθηση σταθερότητας και είναι διατεθειμένος να φτάσει στα άκρα για να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη.

  Όταν ένας τρελός με άγνωστο κίνητρο τον πυροβόλησε μέσα στο γραφείο του, το αίμα του πότισε τη μοκέτα, αφήνοντας ένα ανεξίτηλο σημάδι. Η Κάντι, φυσικά όπως ήταν αναμενόμενο, την αντικατέστησε αλλά αυτό προκάλεσε μια εντελώς αψυχολόγητη(για το στενό του κύκλο), αρνητική αντίδραση. Ισχυρίστηκε πως η μοκέτα αποτελούσε πλέον κομμάτι του εαυτού του και απαίτησε επανειλημμένα την επιστροφή της. Οι συνεχόμενες αρνήσεις της Κάντι δεν τον αποθάρρυναν καθόλου, παρά μόνο τον πείσμωσαν να μη χρησιμοποιεί το γραφείο του και να συναντιέται με την ομάδα του σε τυχαία σημεία του νοσοκομείου. Τελικά κατάφερε να κάμψει την αντίστασή της και εκείνη αναγκάστηκε να “ξεθάψει” τη μοκέτα απ' όποιο σκουπιδοτενεκέ ήταν θαμμένη και να την επαναφέρει στο γραφείο του.

  Σε άλλη περίπτωση αγανάκτησε όταν έχασε την συνηθισμένη θέση του στο πάρκινγκ. Η Κάντι είχε παραχωρήσει τη θέση σε γιατρό με αναπηρικό αμαξίδιο. Μια απόφαση που ακούγεται απολύτως λογική  ,δεδομένου ότι η γυναίκα δε μπορούσε να περπατήσει και ο Χάουζ απλά κούτσαινε. Όμως ο τελευταίος έκανε ολόκληρη φασαρία για την πάρει πίσω, υποστηρίζοντας πως η χρήση αναπηρικής καρέκλας αποτελεί σαφώς πιο ανώδυνη και ξεκούραστη εμπειρία απ' τη δική του κατάσταση. Τελικά έβαλαν στοίχημα πως αν ο Χάουζ άντεχε μια ολόκληρη βδομάδα ,καθηλωμένος σε αμαξίδιο, θα έπαιρνε πίσω τη θέση. Θεωρητικά ο Χάουζ έχασε το στοίχημα επειδή αναγκάστηκε να σηκωθεί σε μια κρίσιμη εγχείρηση αλλά τελικά κατάφερε να την πείσει να υποχωρήσει, δημιουργώντας της ενοχές. Σίγουρα η συμπεριφορά του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εξοργιστικά ανώριμη, μικροπρεπής και εγωκεντρική αλλά παρ' ότι αυτή η κρίση θα ήταν, εν μέρει τουλάχιστον, σωστή ,  δεν αντικατοπτρίζει όλη την αλήθεια. Πέρα απ' τα αντικειμενικά, κινητικά προβλήματα του Χάουζ και τον κίνδυνο να γλιστρήσει πάνω στον πάγο, ερχόμαστε πάλι στο γεγονός ότι δεν αντέχει τις αλλαγές.Ο φόβος του μήπως πέσει και τραυματιστεί θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με κατάλληλα παπούτσια και ένα ειδικό εξάρτημα στο μπαστούνι. Αντί γι' αυτό επέλεξε να ταλαιπωρηθεί αφάνταστα μια ολόκληρη βδομάδα για να πάρει πίσω τη θέση. Κάποιοι θα το έλεγαν αυτό, ξεροκέφαλη περηφάνια. Εγώ θα συμφωνήσω και θα προσθέσω ότι αυτό συνάδει απόλυτα με τον αυτισμό, καθώς φαίνεται πως ο Χάουζ θεωρεί τη θέση του πάρκινγκ, όπως και τη μοκέτα, κομμάτι του εαυτού του.

 Και οι τρέλες του πρωταγωνιστή δεν έχουν τελειωμό. Σ' ένα επεισόδιο  ο Χάουζ και η Κάντι αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν ένα σοβαρό, ιατρικό περιστατικό πάνω σε αεροπλάνο, επιστρέφοντας απ' ένα επαγγελματικό ταξίδι. Για να προσαρμοστεί ο Χάουζ προσπάθησε να αναδημιουργήσει τις καθημερινές, εργασιακές του συνθήκες μ' ένα ξεκαρδιστικό τρόπο. Βρήκε έναν πίνακα για να καταγράψει τα συμπτώματα του ασθενή και ανέθεσε αυθαίρετα σε τυχαίους επιβάτες να παίξουν τον ρόλο της ομάδας του .Ένας άνδρας έπρεπε να διαφωνεί με ότι λέει, μια γυναίκα να εξοργίζεται συνέχεια λόγω ηθικής και ένα αγόρι να συμφωνεί πάντα μαζί του, παριστάνοντας αντίστοιχα τους Έρικ Φόρμαν, Άλισον Κάμερον και Ρόμπερτ Τσέις.

 Στην αρχή του τέταρτου κύκλου, έχοντας διαλύσει την ομάδα του, προσπάθησε να ξανακάνει κάτι παρόμοιο με σαφώς λιγότερη επιτυχία. Έχοντας αναλάβει την πρώτη του υπόθεση, χωρίς βοήθεια για πρώτη φορά ύστερα από τρία χρόνια, έκανε ότι έκανε και πριν:« Έγραψε τα συμπτώματα του ασθενή στον πίνακα και ζήτησε γνώμες απ' την απούσα πια, ομάδα του, αργώντας να συνειδητοποιήσει ότι απευθυνόταν κυριολεκτικά σ' ένα άδειο τραπέζι.» Πως κάλυψε το κενό αυτή τη φορά; Λάδωσε τον επιστάτη για να παραστήσει το γιατρό και να του κρατήσει συντροφιά καθ' όλη τη διάρκεια του επεισοδίου. Σε κατάσταση που πλησίαζε το νευρικό κλονισμό, συζητούσε τις θεωρίες του μ' ένα εντελώς άσχετο άνθρωπο και έφτασε στο σημείο να τον στέλνει να μιλήσει στους συγγενείς του ασθενή, όπως έκανε με τους υπαλλήλους του. Το αποτέλεσμα, τραγελαφικό.

  Στον έκτο κύκλο, αφού πήρε εξιτήριο απ' το ψυχιατρείο, έμεινε για ένα χρονικό διάστημα με τον Ουίλσον πριν επιστρέψει στο διαμέρισμα του. Όταν επέστρεψε , είδε πως ένας πρώην τρόφιμος του ψυχιατρείου, με τον οποίο έγιναν φίλοι, είχε βρει καταφύγιο εκεί. Ο Άλβι κρυβόταν απ' την υπηρεσία μετανάστευσης επειδή καταγόταν απ' το Πουέρτο Ρίκο και τα χαρτιά του είχαν καταστραφεί σε πυρκαγιά. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του, πούλησε διάφορα προσωπικά αντικείμενα του Χάουζ για να αγοράσει μπογιά και να βάψει το σπίτι του, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Ο Χάουζ παρ' ότι δεν εξοργίστηκε, “φρίκαρε” και άρχισε με τη βοήθεια του ένα μανιακό κυνήγι των χαμένων πραγμάτων, παρ' ότι μόνο ένα απ' αυτά είχε πραγματική αξία. Δέχτηκε να ξαναγοράσει τα προσωπικά του αντικείμενα σε πενταπλάσια τιμή απ' αυτήν που πουλήθηκαν στο ενεχυροδανειστήριο. Τα βρήκε όλα εκτός απ' ένα παλιό βιβλίο ιατρικής ,υψηλής αξίας.Εν τέλει εντόπισε τον αγοραστή αλλά ήταν αδύνατον να του το αποσπάσει με πειθώ ή παζάρεμα, οπότε έβαλε τον Άλβι να το κλέψει. Όταν ρωτήθηκε απ' το δόκτορ Νόλαν γιατί η επανάκτηση τους ήταν τόσο σημαντική, ο Χάουζ αρκέστηκε να απαντήσει πως κανένας δε χαίρεται όταν χάνει κάτι. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εννοούσε πως ήταν κομμάτια του εαυτού του και ήταν ανίκανος να τα αποχωριστεί.

 Τελειώνοντας, ιδιαίτερα αποκαλυπτικό ήταν το δεύτερο επεισόδια του όγδοου κύκλου ύστερα απ' την αποφυλάκιση του χαρακτήρα. Μετά την παραίτηση της Κάντι, διευθυντής του νοσοκομείου ήταν πλέον ο Φόρμαν, ο οποίος χρειαζόταν επειγόντως τη βοήθεια του Χάουζ σε μια δύσκολη υπόθεση. Όμως οι συνθήκες στο νοσοκομείο είχαν αλλάξει πολύ, όντας κάθε άλλο παρά ιδανικές γι' αυτόν. Η παλιά του ομάδα είχε διαλυθεί και στο γραφείο του στεγαζόταν πλέον το ορθοπεδικό τμήμα, ενώ ο Ουίλσον αρνιόταν να του μιλήσει. Η αδυναμία του να προσαρμοστεί ήταν εμφανής απ' την αρχή. Δε στάθηκε λεπτό στην τρύπα που του παραχώρησε ο Φόρμαν για γραφείο και περιφερόταν ανήσυχα μέσα στο κτήριο, ανήμπορος να βρει κάποιο σημείο όπου θα ένοιωθε άνετα. Σε κάποια φάση προσπάθησε να “κλέψει” τον παλιό του πίνακα για να καταγράψει τα συμπτώματα όπως έκανε στο παρελθόν αλλά τον εμπόδισαν οι γιατροί του ορθοπεδικού.  Εκνευρισμένος κατέληξε να γράψει πάνω στο γυάλινο τείχος του πρώην γραφείου του. Ύστερα προσπάθησε να αρπάξει, χωρίς επιτυχία, την παλιά του πολυθρόνα απ' το γραφείο ενός γιατρού για να χαλαρώσει πάνω της και να καθαρίσει το μυαλό του, θέλοντας να αναβιώσει άλλη μια συνήθεια του παρελθόντος. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή βλέπουμε τον Χάουζ να κάθεται μέσα στο παλιό του γραφείο, έχοντας σπάσει τη γυάλινη πόρτα, προσπαθώντας να οργανώσει τις σκέψεις του, μέχρι που τον ανακάλυψαν και τον έδιωξαν ξανά. Σε όλο το επεισόδιο ήταν ξεκάθαρη η απελπισμένη προσπάθεια του Χάουζ να στηριχθεί σε κάτι οικείο ώστε να λειτουργήσει καλύτερα αλλά να μην τα καταφέρνει. Οι δημιουργοί αποτύπωσαν αριστοτεχνικά το νοσοκομείο ως ένα ξένο και απόκοσμο περιβάλλον, αναγκάζοντας τον θεατή να το αντικρύσει μέσα απ' τα μάτια του πρωταγωνιστή.  Ο δημοφιλής αντιήρωας φυσικά βρήκε τη λύση όπως πάντα, αλλά η βαριά ατμόσφαιρα θα με στοιχειώνει πάντα, προκαλώντας μου έντονα αισθήματα ανασφάλειας και κατάθλιψης.

                                                                                                      ΠΡΩΤΗ “ΔΙΑΓΝΩΣΗ”

 Συνοψίζοντας,ο Χάουζ έχει ειδικά και συχνά, ασυνήθιστα ενδιαφέροντα, όταν παθιάζεται με κάτι ,το κάνει με παροιμιώδη προσήλωση, είναι ανίκανος να ασχοληθεί με ό,τι βρίσκει βαρετό, απεχθάνεται τις αλλαγές, συγχύζεται από νέες καταστάσεις και δένεται συναισθηματικά σε υπερβολικό βαθμό με αναλώσιμα αντικείμενα. Όλα κλασσικά συμπτώματα του φάσματος. Δεν πειστήκατε ακόμα; Θα μου πείτε οι περισσότεροι δε φτάσατε καν ως εδώ.  Ας προσθέσω μερικά ακόμα στοιχεία. Δεν τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα η εξωτερική του εμφάνιση και όταν βυθίζεται στο στοχασμό, παίζει αδιάλειπτα με το μπαστούνι , το μπαλάκι του ή ό,τι άλλο πέσει στα χέρια του(το περίφημο stimming). 

 Βέβαια πολύ εύκολα, μπορεί  κάποιος να επισημάνει (χρησιμοποιώντας τα ίδια μου, τα λόγια εναντίον μου) πως το φάσμα δεν τον εμποδίζει να είναι κοινωνιοπαθής. Ακόμα και αν γίνει ευρέως αποδεκτός ο αυτισμός του Χαούζ, πολλοί νευροδιαφορετικοί θα συνεχίσουν να τον αντιμετωπίζουν ως παράδειγμα προς αποφυγή , επειδή πιστεύουν ότι δεν έχει συνείδηση, ενσυναίσθηση ή αξίες. Θα έχουν δίκιο φυσικά καθώς η  υψηλή νοημοσύνη δε δικαιολογεί ποτέ μια άθλια συμπεριφορά. Όμως διαφωνώ καθέτως, οριζοντίως και διαγωνίως με την παρουσίαση του Χάουζ ως κοινωνιοπαθή και θα δείξω με παραδείγματα γιατί το πιστεύω αυτό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...........

[1] Ο όρος Asperger δεν χρησιμοποιείται πλέον από την επιστημονική κοινότητα για να περιγράψει αυτιστικά άτομα χαμηλών αναγκών υποστήριξης, λόγω της συνεργασίας του συγκεκριμένου επιστήμονα με το ναζιστικό καθεστώς.

 

---------------------

kexris

Αρένας 34 ετών, ονόματι Στέλιος Κεχρής. Δείγμα ανθρώπου μονίμως στα πρόθυρα νευρικής κρίσεως, με μικρά διαλείμματα συγγραφικής δημιουργικότητας. Επιπλέοντας στο φάσμα του αυτισμού, προσπαθώντας να επιβιώσω στην κοινωνία. Κατεβαίνω από την ονειροπόληση για να καταλάβω τον κόσμο, εκφράζοντας παράπονα και γνώμες. Γράφω για να ενημερώσω τον κόσμο, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, για την εμπειρία της νευροδιαφορετικότητας. Κυρίως, όμως,  επειδή η συγγραφή δίνει νόημα στη ζωή μου και όπως κάθε άνθρωπος θέλω να επηρεάσω την κοινή γνώμη, οδηγώντας σε μια πιο ανεκτική και ανοιχτόμυαλη κοινωνία. Όνειρο μου (μάλλον άπιαστο!) να γίνω δημοσιογράφος ώστε να ευαισθητοποιώ και να ενημερώνω τον κόσμο για να καταλάβουν πόσο σημαντικές είναι οι επιλογές και οι συνήθειες τους στην καθημερινότητα.ΥΓ: Διαβάστε και αποθεώστε για να τονώσετε τον έμφυτο ναρκισσισμό μου!  

 

Εκτύπωση